τε

τε
ΝΜΑ
(ως συμπλεκτ. σύνδ.) χρησιμοποιείται αντί τού και, στη νεοελλ. ως λόγιος τ. ιδίως σε προτάσεις που περιέχουν δύο και, αντί τού πρώτου (α. «είναι άριστος γνώστης τής τε αρχαίας και τής νεοελληνικής γλώσσας» β. «χρὴ...λαχάνων ἅπτεσθαι, κοιλίαν τε λύειν», Γεωπ.
γ. «Ζεῡ ἄλλοι τε θεοί», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
ΣΥΝΤΑΞΗ-ΣΗΜΑΣΙΑ: Ι. (ως συμπλεκτ. σύνδ.) χρησιμοποιείται: 1. α) επαναλαμβανόμενο τε... τε: όταν οι συνδεόμενες λέξεις είναι ισοδύναμες και η σύνδεση είναι χαλαρή (α. «πατὴρ ἀνδρῶν τε θεών τε», Ομ. Ιλ.
β. «δίψῃ τε λιμῷ τε», Αισχύλ.)
β) αντί τού μὲν...δέ, όταν τα δύο μέρη θεωρούνται ενιαία και όχι χωριστά ή σε αντιδιαστολή μεταξύ τους («κόμισαί τέ με δὸς δὲ μοι ἵππους», Ομ. Ιλ.)
2. αντί τού («ἀπόρως εἶχε... δοῡναί τε μὴ δοῡναί τε», Ευρ.)
3. με το (α. «καλῶν τε ἴδριν ἄλλον ἤ δύναμιν κυριώτερον», Πίνδ.
β. «ὥστε γὰρ ἤ παῑδες νεαροί, χῆραί τε γυναῑκες», Ομ. Ιλ.)
4. προκειμένου να συνδέσει δύο προτάσεις από τις οποίες η μία είναι αρνητική και η άλλη καταφατική (α. «ἐκκλησίαν τε οὐκ ἐποίει..., τήν τε πόλιν ἐφύλασσε», Θουκ.
β. «οὐχ ἡσύχαζον... παρεκάλουν τε τοὺς ξυμμάχους», Θουκ.
γ. «ἵνα μή τι διαφύγῃ ἡμᾱς, εἴ τέ τι βούλει», Πλάτ.)
5. με το δέ, όταν η σύνταξη γίνεται κατά ανακόλουθο σχήμα («ἐσθὰς ἀμφότερόν νιν ἔχεν, ἅ τε... ἐπιχώριος..., ἀμφὶ δὲ παρδαλέᾳ στέγετο», Πίνδ.)
6. με το μέν («ἄνδρα μέν... τρεῑς τε κασιγνήτους», Ομ. Ιλ.)
7. μαζί με το καὶ προκειμένου να δηλώσει: α) στενή σχέση (α. «εὖ τε καὶ χεῑρον», Θουκ.
β. «βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται», Θουκ.
γ. «διαστήτην... Ἀτρείδης τε... καὶ δῑος Ἀχιλλεύς», Ομ. Ιλ.)
β) χρονική σύμπτωση («μεσαμβρίη τέ ἐστι καὶ τὸ κάρτα γίγνεται ψυχρόν», Ηρόδ.)
γ) άμεσο αποτέλεσμα («ἐπαύσατό τε ὁ ἄνεμος καὶ τὸ κῡμα ἔστρωτο», Ηρόδ.)
δ) τις σημασίες: i) τόσο... όσο... («κάκιστος νῡν τε καὶ πάλαι δοκεῑ», Σοφ.)
ii) ή... ή, είτε... είτε («θεοῡ τε... θέλοντος καὶ μὴ θέλοντος», Αισχύλ.)
8. (στους επικ. ποιητές) μαζί με το ἠδέ ή ἰδέ με τη σημασία: ή... ή, είτε... είτε (α. «σκῆπτρόν τ' ἠδὲ θέμιστας», Ομ. Ιλ.
β. «χαλκόν τε ἰδὲ λόφον», Ομ. Ιλ.)
II. (ως μόριο)
1. (στους επικ. ποιητές) προσάπτεται σε άλλα μόρια ή αντωνυμίες, απλό ή επαναλαμβανόμενο, προκειμένου να δηλώσει: α) ισότητα μεταξύ δύο αντιθέτων («κραιπνότερος μὲν γὰρ τε νόος, λεπτὴ δὲ τε μῆτις», Ομ. Ιλ.)
β) (με αναφορικά) τη σημασία: ακριβώς όπου... («ἰσχίον ἔνθα τε μηρός ἰσχίῳ ἐνστρέφεται», Ομ. Ιλ.)
2. (στον Ηρόδ.) χρησιμοποιείται με τη σημασία: ομοίως, πάλι («σὺ ὦν ἐμοί, καὶ γὰρ περὶ τῆς ναυμαχίης εὖ συνεβούλευας, νῡν τε...», Ηρόδ.)
III. (ως εγκλιτ.) όταν συνδέει λέξεις, τίθεται μετά τη λέξη η οποία πρόκειται να συνδεθεί, ενώ, όταν συνδέει προτάσεις, μετά την πρώτη λέξη τής πρότασης η οποία πρόκειται να συνδεθεί, και ειδικότερα: 1. με γενική που προσδιορίζει τη λέξη στην οποία το τε λογικά ανήκει («αἰθέρι ναιῶν γαίης τ' ἐν ῥίζησι καὶ ἀνδράσι», Ησίοδ.)
2. με αναφορικό από το οποίο εξαρτάται όλη η πρόταση («ὥσπερ τε πόλις καὶ τὸ δίκαιον ξυνεπαινεῑ», Αισχύλ.)
3. με πρόθεση που αναφέρεται τόσο στη δεύτερη πρόταση όσο και στην πρώτη
4. με τη λέξη από την οποία εξαρτώνται δύο προτάσεις ή απαρέμφατα («ἤν ἐθέλωμέν τε μεῑναι καὶ μὴ... καταπροδοῡναι», Θουκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το εγκλιτ. μόριο τε ανάγεται στον ΙΕ τ. *kwe και αντιστοιχεί στα λατ. -que, αρχ. ινδ. -ca, γοτθ. -h, ενώ δεν έχει καμία σχέση με το επίθημα -τε (πρβλ. ὅτε* [Ι], πότε, τότε). Ο τ. απαντά και στη Μυκηναϊκή (πρβλ. μυκην. qe). Η χρήση τού τε είναι συνδετική και, κυρίως, παρατακτική. Στη Μυκηναϊκή, ο τ. qe αποτελεί τον βασικότερο παρατακτικό σύνδεσμο, αντί για το καί που δεν είναι ακόμη σε χρήση, και χρησιμοποιείται, κυρίως, ως ανεξάρτητο μόρφημα για τη σύνδεση ονομάτων, σπανιότερα δε συνάπτεται με το αρνητικό μόριο οὐ (πρβλ. ouqe), απλό ή επαναλαμβανόμενο. Αργότερα, ο τ. τε απαντά συχνά συνημμένος με την αναφ. αντων. (πρβλ. ὅς τε), με άλλα μόρια (πρβλ. ἀλλά τε, γὰρ τε, δέ τε, καί τε), ακόμα και σε μία ενιαία λέξη (πρβλ. οὔτε), απλός ή επαναλαμβανόμενος (πρβλ. μή... μήτε, εἴτε... εἴτε). Κατά μία άποψη αρκετά πιθανή, το μόριο τε προσάπτεται στην αόρ. αντων. τις (πρβλ. τίς τε, λατ. quisque) για να επιτείνει την έννοια τής αοριστίας που αυτή εκφράζει. Κάποιοι μάλιστα έχουν υποστηρίξει και την πιθανή ετυμολ. σχέση τού τε (< *kwe) με το τις (< *kwo / *kwe) μέσω μιας υποθετικής σημ. «κάπως» που αποδόθηκε στο μόριο τε. Λιγότερο πιθανή θεωρείται η άποψη ότι το τε δεν είναι μόνο συνδετικό μόριο, αλλά και βεβαιωτικό με σημ. «όπως είναι γνωστό». Τέλος, το μόριο τε διατηρείται και στη Νέα Ελληνική στους τ. είτε, μήτε, ούτε, ώστε].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”